Η περίπτωση της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε.
Ο Υπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ και ο Υπουργός επί των Οικονομικών, εκδόντες τη με αριθμό ΟΙΚ 02/11.6.2013 απόφαση καταργήσεως της ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμία «Ελληνική Ραδιοφωνία – Τηλεόραση Ανώνυμη Εταιρεία», ιδρυθείσης διά του νόμου 1730/1987, μεταβιβάσεως της περιουσίας της στο δημόσιο, καταγγελίας και λύσεως των συμβάσεων εργασίας των υπαλλήλων της κλπ., κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 1 και 2 της από 10.6.2013 πράξεως νομοθετικού περιεχομένου του Προέδρου της Δημοκρατίας, εκθέτουν, για να αιτιολογήσουν την έκδοση της αποφάσεώς τους, ότι «…επιβάλλεται ο εξορθολογισμός της παροχής, της λειτουργίας και του κόστους οργάνωσης της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας μέσω της ίδρυσης και διαμόρφωσης ενός νέου οργανισμού – προτύπου, που να υπηρετεί τις επιταγές του Συντάγματος, τις δημοκρατικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες της κοινωνίας, καθώς και την ανάγκη να διασφαλίζεται η πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης..». Οι παραπάνω σκοποί της, επιτασσόμενοι διαρκώς από το άρθρο 15 παράγραφος 2 του Συντάγματος του έτους 1975 και επιδιωκόμενοι ήδη διά των νόμων 4002 του έτους 2011 και 4046, 4047 και 4093 του έτους 2012, στους οποίους και οι Υπουργοί αναφέρονται, προϋπήρχον και ως εκ τούτου αποδεικνύουν από μόνοι τους ότι διϋποκειμενικώς δε συνιστούσαν «εκτάκτη περίπτωση εξαιρετικώς επειγούσης και απροβλέπτου ανάγκης», δίδουσα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου, κατά το άρθρο 44 παράγραφος 1 του Συντάγματος, το δικαίωμα της εξαιρετικής νομοθετήσεως διά της εκδόσεως πράξεως νομοθετικού περιεχομένου.
Εξ άλλου, εκτάκτη περίπτωση εξαιρετικώς επειγούσης και απροβλέπτου ανάγκης δεν απετελούσε, κατά την αληθή έννοια της προδιαληφθείσης διατάξεως του Συντάγματος, ούτε ήτο πράγματι «κατεπείγον», εφ’ όσον είχε ήδη προβλεφθεί και προϋφίστατο από του έτους 2012, «το θέμα της εφαρμογής της παραγράφου 1 του ν. 3429/2005 που αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4046/2012 και του ν. 4093/2012.» ως διαλαμβάνει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στην περί ής πρόκειται πράξη του, την οποία εδικαιούτο και ώφειλε, κατά την άποψή μας, να μην εκδώσει, διότι :
α. δε συνέτρεχε πράγματι, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 44 του Συντάγματος, η ουσιαστική προϋπόθεση της υπάρξεως εκτάκτης περιπτώσεως εξαιρετικώς επειγούσης και απροβλέπτου ανάγκης,
β. δε συνέτρεχε πράγματι, κατά την ιδία διάταξη, η διαδικαστική προϋπόθεση της προηγουμένης προτάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου, εφ’ όσον, στην προκειμένη περίπτωση, η πρόταση δε διετυπώθη και δεν τού απηυθύνθη υφ’ όλων αλλ’ υφ’ ορισμένων μόνο μελών του ∙ πρόταση ορισμένων μόνο μελών και επομένως μέρους του Υπουργικού Συμβουλίου (μερική πρόταση) δεν προβλέπεται όμως, ούτε επιτρέπεται από το Σύνταγμα και δεν αρκεί για τη δημιουργία του δικαιώματος εξαιρετικής νομοθετήσεως του Προέδρου της Δημοκρατίας,
γ. διότι από την ιδία διάταξη προκύπτει αδιαστίκτως ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν υπεχρεούτο αλλά ηδύνατο να την εκδώσει («..ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, προτάσει του Υπουργικού Συμβουλίου, δ ύ ν α τ α ι να εκδίδη πράξεις νομοθετικού περιεχομένου») («…Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μ π ο ρ ε ί, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου..»),
δ. διότι από το χρόνο της διατυπώσεως και της απευθύνσεως της προτάσεως μέρους του Υπουργικού Συμβουλίου, καθ’ εαυτής ασυμβιβάστου προς το Σύνταγμα, δηλαδή εν όψει της ενάρξως των διακοπών και της συγκροτήσεως και των συνεδριάσεων των θερινών τμημάτων της Βουλής, συνήγετο σαφώς σκοπός του προέδρου και των μελών του να παρατείνουν αθεμίτως την ισχύ της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου καταστρατηγώντας την ιδία διάταξη, επιβάλλουσα, εκτός των παραπάνω προϋποθέσεων, και την υποχρέωση υποβολής της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου στην Ολομέλεια της Βουλής προς κύρωση εντός σαράντα ημερών από της εκδόσεώς της ή από της συγκλήσεως της Βουλής σε σύνοδο.
Η δε απάντηση του Προέδρου της Δημοκρατίας, απευθυνομένη στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως, ότι «από το άρθρο 44 παράγραφος 1 του Συντάγματος δεν τού παρέχεται το δικαίωμα να αναπέμψει στο Υπουργικό Συμβούλιο την πρότασή του προς έκδοση πράξεως νομοθετικού περιεχομένου», ήτο συνταγματικώς ανεπέρειστη και αβάσιμη διότι η παραπάνω διάταξη δεν τού δίδει μόνον το δικαίωμα αλλά τού επιβάλλει το καθήκον, εάν δε συντρέχουν οι εντελώς εξαιρετικές προϋποθέσεις της εφαρμογής της, να κάνει κάτι πολύ περισσότερο : να αρνηθεί, εφ’ όσον δικαιούται («..δύναται..», «..μπορεί..») και δεν υποχρεούται, να την εκδώσει.


